Αρχική
εγγραφή NewsLetter | χορηγία
Πρώτη ΣελίδαΑποτύπωμαΦιλικές ΙστοσελίδεςΕπικοινωνία

ΑΝΑΤΟΛ - Η αβάσταχτη παράνοια του έρωτα

 

Ο έρωτας είναι σαν… πούπουλο. Ακουμπάει επάνω σου και σε γαργαλάει. Καμιά φορά όμως δεν είναι σαν πούπουλο, μα σαν πυρωμένο σίδερο. Και τότε σφραγίζεται πάνω σου (και μέσα σου) το φιλί του. Ο έρωτας είναι σαν τη θάλασσα. Σε αιφνιδιάζει με την ξαφνική τρικυμία την ώρα που πιστεύεις ότι απολαμβάνεις τη γαλήνη της. Είναι σαν τη φωτιά. Αναζωπυρώνεται και κατακαίει τα πάντα, την ώρα που έχεις πειστεί πως κατάφερες να τη σβήσεις. Είναι σαν την κινούμενη άμμο. Ποτέ δεν πατάς σταθερά, ακόμα κι αν είσαι σίγουρος για τα βήματα του άλλου ή τα δικά σου. Είναι εγωιστής. Μπορεί να γίνει ψεύτης και αδίστακτος και παραπλανητής και εξαπατητής μέγας. Και εκβιαστής επίσης. Είναι αχόρταγος. Και όλα να του τα δώσεις, πάντα θα βρίσκει κάτι να λείπει. Και είρων. Και εκδικητικός. Αν τολμήσεις να του αντισταθείς, θα σ’ το ‘κρατάει’. Και ακροβάτης. Ακροβατεί ανάμεσα στο χιούμορ και το δράμα, επιλέγοντας ανάλογα με την περίσταση το όπλο που θα χρησιμοποιήσει, ακόμα και ενάντια στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι γεννημένος κατακτητής. Πεισματάρης και επίμονος. Διεκδικητικός. Μα και φυγόδικος. Εκεί που αναλαμβάνει τις ευθύνες του, εκεί τις αποποιείται. Και πολυμήχανος και κολπατζής. Ένα πράμα σαν τον Οδυσσέα. Άντε να του τη βγεις.

Όλα κι όλα, ο έρωτας είναι τολμηρός. Αλλά κάποιες φορές δειλιάζει κι αυτός. Ο έρωτας είναι… κίνδυνος. Πόσες παραλλαγές μπορεί να έχουν τα ερωτικά δίδυμα στο παιχνίδι των δύο φύλων; Ποιος κερδίζει συνήθως στη μάχη; Εκείνος; Εκείνη; Ή απλά η στιγμή; Και το… αύριο; Έχει αύριο ο έρωτας; Στην παράσταση ‘Ανατόλ-Η μάχη των φύλων’ στο θέατρο Άλμα –σε μετάφραση Μάριου Πλωρίτη– η Τζούλη Σούμα, θηλυκό με όλη τη σημασία της λέξης-επτάψυχη γάτα, ξεδιπλώνει και τις 7 ψυχές της. Ο Πέρης Μιχαηλίδης-‘φάντασμα’ του Όσκαρ Γουάιλντ σαρκάζει με ειρωνικό και ευθύβολο χιούμορ του βαθυστόχαστου και πολύπειρου παρατηρητή τα πεπραγμένα του αιώνια ερωτοχτυπημένου Ανατόλ. Και ο Βαγγέλης Παπαδάκης, ένας Δον Ζουάν, Καζανόβας με αστείρευτη ορμή –σε μια παράσταση που όχι μόνο συναγωνίζεται επάξια εκείνες της Νέας Υόρκης, του Βερολίνου και της Πόλης του Φωτός, που το έργο του Σνίτσλερ δεν έπαψε να παίζεται ποτέ, αλλά θα μπορούσε να πει κανείς ότι τις ξεπερνά αν δεν ελλόχευε ο κίνδυνος να θεωρηθεί ‘διαφήμιση της δικής μας θεατρικής σοδειάς’. Το ζητούμενο είναι η σύσταση της χημικής ένωσης που φέρει το μεγαλειώδες όνομα: ΕΡΩΤΑΣ. Σιγά που θα τη βρουν…

 

Με τη σβελτάδα που δυο μεγάλοι τενίστες ανταλλάσσουν μεταξύ τους το μπαλάκι, προσπαθώντας να αποφύγουν την απόκλιση που θα άλλαζε το στόχο, ήτοι με φοβερή πειθαρχία, η Τζούλη Σούμα αλλάζει ρόλους-πουκάμισα που ντύνεται κατάσαρκα στην παράσταση ‘Ανατόλ’, κερδίζοντας και πάλι τις εντυπώσεις στο θέατρο Άλμα. Κι ενώ συμβαίνει αυτό, ενώ δηλαδή επωμίζεται επτά χαρακτήρες, επτά διαφορετικές γυναικείες ψυχοσυνθέσεις, η συνεχής εναλλαγή προσωπικοτήτων όχι μόνο δεν αλλοιώνει τα χαρακτηριστικά καθεμιάς ηρωίδας, μα αντίθετα πραγματοποιείται με τέτοια δεξιοτεχνία που τα ενισχύει, τονίζοντας τις διαφορές και αφήνοντας χώρο για τις ομοιότητες, που ίσως δεν είναι παρά μόνο μία: Η εξερεύνηση του βυθού της ψυχής στα… άπατα του έρωτα.

Περπατημένη-διαόλου κάλτσα. Αλαζονική και βολεμένη. Αφελής και ευαίσθητη. Συγκινητική, τρυφερή Σταχτοπούτα, μα και ‘πεταχτή’ πονηρούλα. Χειραφετημένη, υποταγμένη, επιπόλαιη, σαρκοβόρα, υποχείριο. Η μέχρι πρότινος Μήδεια του ‘Μπάγκειον’ πηγαινοέρχεται σαν αερικό στη σκηνή, αλλάζοντας φορέματα, τρόπους, κοινωνική τάξη, ύφος, μα και ‘ποιότητα’. Με μια εσωτερικότητα που επενδύει στις λεπτές αποχρώσεις και διακυμάνσεις του συναισθήματος και την ανατροπή να καιροφυλακτεί σε κάθε γωνία –όπως ακριβώς συμβαίνει σε κάθε ερωτική σχέση– η Τζούλη Σούμα, σε επιμέλεια κίνησης Φρόσως Κορρού, πάλλεται στον χορευτικό ρυθμό του εφήμερου -όχι πάντα συνειδητοποιημένου- από τον ζώντα τη στιγμή, διεγείροντας τη λαγνεία των αισθήσεων και οξύνοντας τη φαντασία των παραισθήσεων, με τον εραστή Ανατόλ, Βαγγέλη Παπαδάκη, να προσπαθεί να αποτυπώσει την κυριαρχία του σε κάθε κρυφό και φανερό σημείο του θηλυκού πλάσματος, αλλά και να του αποσπάσει την ομολογία της κατάκτησης. Και με κείνο είτε να παραδίδεται αμαχητί είτε να μάχεται για τη δική του –ύπουλη– επικράτηση, με τον πονηρό όφι και το μήλο να έχουν δώσει εδώ εντέχνως τη θέση τους στην άφυλη δίψα εντός για αγάπη και επιβεβαίωση.

Μια παράσταση σε πρώτη ανάγνωση για το πάθος και τη λαγνεία, για την επικράτηση και την αποδοχή, μα σε δεύτερη, ή σε αντιστοιχία και παράλληλα με αυτήν για την ανάγκη της επαφής, του χαδιού, των λέξεων που χτίζουν κόσμους, ακόμα κι αν λίγο αργότερα αυτές ‘αλλάξουν πλευρό’, γκρεμίζοντας ό,τι έχτισαν ή ό,τι προσπάθησαν να… Φωνές, γέλια, ερωτικοί αναστεναγμοί και θραύσματα σιωπών αιωρούνται στην ατμόσφαιρα που δονεί και δονείται από τη διέγερση των σωμάτων, τη μοναξιά των ψυχών, μα και τον ανεπαίσθητο φόβο της φθοράς και του θανάτου, ως… δέσμευση ζωής ακόμα μεγαλύτερης αξίας από κείνη του γάμου, που όταν εδώ πραγματοποιείται ακυρώνει την αμοιβαιότητα και εγκαθιδρύει την προδοσία και την εγκατάλειψη.

Κι όπως τα σωματίδια σκόνης αιωρούνται στον αέρα, όπως η άμμος ενώ περπατάς σε μια παραλία σηκώνεται ακολουθώντας ή προλαβαίνοντας το βάδισμά σου, έτσι αιωρούνται εδώ τα ‘μικροσκοπικά σωματίδια της έλξης’ που κάνουν δυο βλέμματα να αγκιστρώνονται το ένα στο άλλο, δυο χέρια να ψάχνονται ακόμα και στο κενό, δυο χείλη να τρέμουν σαν το φύλλο στην πρώτη σταγόνα-βάπτισμα του φθινοπώρου, δυο σώματα να... έχουν ήδη ξαπλώσει πριν καν επιδοθούν στις σκηνές του έρωτα.

Γραμμένο στα τέλη του 19ου αιώνα –παρότι ολοκληρώθηκε στις αρχές του 20ού– το ‘Ανατόλ’ του θεατρικού συγγραφέα και διηγηματογράφου Άρτουρ Σνίτσλερ, που εξαιτίας της γραφής, του έκλυτου βίου και των απόψεών του περί έρωτος σύρθηκε στα δικαστήρια ως άλλος Όσκαρ Γουάιλντ, υπερασπιζόμενος με εκπληκτική ετοιμολογία και επιχειρηματολογία –εδώ διά στόματος Πέρη Μιχαηλίδη‑ τη θεωρία και στάση ζωής του, ‘παίζει’ με τον πόθο και την επιθυμία, σκοντάφτοντας πότε στην αλήθεια και πότε στο ψέμα ως κατήγορους μα και υπερασπιστές τους. Ο Βιεννέζος γιατρός και φίλος του Φρόυντ που κράταγε αρχείο ερωτικών επιστολών, χωρίς ωστόσο να καταφέρνει να θυμηθεί με ευκολία κάθε φορά τόσο την παρτενέρ όσο και το ‘μοντέλο’ της σχέσης που υποδείκνυε το γράμμα, πίστευε πως ο έρωτας και ο θάνατος είναι τα δυο κεντρικά θέματα με τα οποία αξίζει να ασχοληθεί κανείς. Δυο φαινομενικά αδιάφοροι μεταξύ τους συγγενείς, μα με κοινή ‘ομάδα αίματος’, τη φθορά που τόσο ποιητικά, με ανάλογο στόμφο, ή πικρή ειρωνεία αναδεικνύει ο Πέρης Μιχαηλίδης, σε μια καθηλωτική, σχεδόν αποχαυνωτική για τον θεατή ερμηνεία, δίνοντας ‘πάσες’ για προβληματισμό και κουβέντα φίλων ή ‘εσωτερικής κατανάλωσης’ μετά την παράσταση. Μια παράσταση ακόμα περισσότερο εξελιγμένη αυτή τη φορά με τη σκηνοθεσία του Γιάννη Βούρου, υψηλής αισθητικής μα χαμηλών τόνων, να ευνοεί την εκφραστικότητα των πρωταγωνιστών, και τα κοστούμια του Δημήτρη Ντάσιου να υποδηλώνουν ακριβώς αυτό που χρειάζεται να εννοηθεί, τους φωτισμούς του Νίκου Σωτηρόπουλου να ‘ρίχνουν φως’ στον ‘εσωτερικό γρίφο’ της κάθε στιγμής και τη μουσική επιμέλεια του Γιώργου Τσιρίκου να ‘χορδίζει’ τις νότες της ‘ενδοχώρας’ του θεατή.

Μια παράσταση που ενώ οι ήρωες ‘βουτιούνται στην αμαρτία’, ο έρωτας κατά έναν περίεργο τρόπο καταλήγει αθώος και σχεδόν αλώβητος με κείνες μόνο τις μικρές γρατσουνιές που δεν φέρουν ενήλικες ψυχές, μα… πιο πολύ παιδικά σώματα στο ξέφρενο παιχνίδι ενός καλοκαιριού.

Και το… συμπέρασμα; Η απάντηση στην ερώτηση ‘Τι είναι ο έρωτας;’. Φυσικά και δεν είναι μόνο μία και όλες εξαρτώνται από τη στιγμή της ερώτησης, τον αριθμό των εμπλεκομένων στο παιχνίδι, τον τρόπο της ανταπόκρισης, ακόμα και κυρίως από τον… φωτισμό της ώρας, όπως ακριβώς συμβαίνει σε μια παράσταση, με τα φώτα αναμμένα ή σβηστά.

Κορόνα ή γράμματα; Όλη μας η ζωή είναι γραμμένη σε μια παλάμη, έτσι δεν λένε;

 

Θέατρο Άλμα: Αγίου Κωνσταντίνου και Ακομινάτου 15-17, Αθήνα (δίπλα στο μετρό Μεταξουργείο), τηλ. 210 5220100.