Αρχική
εγγραφή NewsLetter | χορηγία
Πρώτη ΣελίδαΑποτύπωμαΦιλικές ΙστοσελίδεςΕπικοινωνία

Κάνοντας διάλογο με την ‘ΑΠΝΟΙΑ ΜΝΗΜΗ’ της ποιήτριας Κατερίνας Θανοπούλου

 

Αν ο Χρόνος δεν είναι γραμμικός, αναρωτιέμαι πόσες χούφτες άμμου να ζύγισε στην κλεψύδρα του στο διάστημα που πέρασε από τη ‘ΛΑΒΥΡΙΝΘΟ ΜΝΗΜΗ’ ως την ‘ΑΠΝΟΙΑ ΜΝΗΜΗ’ της Κατερίνας Θανοπούλου… Πριν μπω στον πειρασμό της αναμονής του επόμενου βιβλίου της τριλογίας, πιάνω την κούπα του καφέ, ρίχνω μέσα δυο σύννεφα, αντί για ζάχαρη (ταιριάζουν καλύτερα με τη μνήμη) και... εναποθέτοντας όλες μου τις αισθήσεις, αρχικά στο ονειρικό και τόσο δεμένο με την ποίησή της εξώφυλλο του εικαστικού Παναγιώτη Σιάγκρη, προσφέρω στην αφή μου το πρώτο φύλλο του ‘σώματος’ μιας ακόμα υπέροχης έκδοσης με το λογότυπο ‘Άπαρσις’.

 

Δεν συμπάθησα ποτέ τους μαθηματικούς. Το ξέρω, είναι άδικο, αλλά... ‘αχ, άτιμα τραύματα’, όλες μας οι επιλογές ή οι μη επιλογές και απορρίψεις οφείλονται σε αυτά. Πώς να είναι άραγε ένα βιβλίο ποίησης γραμμένο από μια μαθηματικό; Εκείνη η διευκρίνιση ‘ειδικής εκπαίδευσης’ δίπλα στο μαθηματικός... απάλυνε κάπως την απολυτότητά μου, ενώ ο τίτλος, κουβαλώντας αυτό το παράδοξο φορτίο της μνήμης και μια ‘άπνοια’, που δρ...ομολογεί από μόνη της συναισθήματα, μου κρυφοψιθύρισαν πως ίσως ήρθε η ώρα να παραμερίσω τις προκαταλήψεις και ν’ αποχωριστώ κάποια στερεότυπα... Κι ύστερα, από την πρώτη έως την τελευταία σελίδα –αφιερωμένη στον ‘σύντροφο και πολυαγαπημένο Παναγιώτη’ που, όπως διευκρινίζει, ‘αν και έφυγε, είναι πάντα εδώ’– έβαλα ένα ‘Σ’ ΑΓΑΠΩ’ σε κάθε της λέξη. Κι είπα να τα αιτιολογήσω όλα, ένα προς ένα. Γιατί στα βιβλία είναι εύκολο να το κάνεις...

Αγαπώ την ποίηση της Κατερίνας Θανοπούλου κι ετούτη την ‘ΑΠΝΟΙΑ ΜΝΗΜΗ’ γιατί...

·        αντέχει να βυθίζεται στη ‘Στιγμή και το Χρόνο’, τις ώρες που ‘Η στιγμή/ δακρύζει / απ’ τους χυμούς της μνήμης/ συμπιέζεται/ απ’ τις πέτρες της ανάγκης’.

·        φιλοσοφείΠεραστική Περνώντας’, παραλληλίζοντας μεγαλοπρεπώς τις ζωές μας... Οι ζωές μας ρόλοι/ σε πέλαγα ανθισμένων κερασιών/ και εξεχόντων αυτοκρατόρων’.

·        γίνεται κουβαλητής που ‘κουβαλά τις νότες της μνήμης/-χωρίς όργανο-/ σε αυτοσχεδιασμούς χαμένες.

·        μέσα από μια ‘Χαραμάδα’ ‘αγναντεύει/ τις ρωγμές γέλιου/ ανάμεσα/ στις γρίλιες.

·        παρακολουθεί-πενθεί τις ‘Σκέψεις αέναα να στριφογυρνούν/ Κύκλους να ενώνονται και κύκλους να κλείνουν’.

·        ενώ παίζει με τα ρήματα και τα ειρωνεύεται, γίνεται ‘Βουβή Απόφαση’ και Καληνύχτα, αναρωτώμενη ‘Πόσα εγώ να χωρέσουν στο καθρέφτη;/ Πόσα εσύ στις σκιές;’

·        μέσα στην ‘Άπνοια Μνήμη’ προσπαθεί να πάρει ανάσα, διαπιστώνοντας πως ‘Αργοπεθαίνει το ανάγνωσμα/ της Ύπαρξης/ που φθονερά λεηλατεί/ τους χρόνους του πάγου./ Γυμνή περιφέρεται/ σε θάλασσες υγρής ζωής,/ στα βότσαλα/ ακουμπώντας το φιλί’.

·        προστάζει για ένα φιλί (Ζωής;) Φίλα Λοιπόν/ και ζήσε/ Γραμμές πια δεν υπάρχουν/ χαράζονται νέες/ Ίσως να πρόλαβαν/ Ίσως –αξίζει να προλάβεις’.

·        και αφουγκράζεται ‘Ήχους Σιωπής’, αναρωτώμενη Πώς να βρεις τη γλυκύτητα/ στην αναπάντητη κραυγή;’.

·        σπαρακτικά σε ‘Κομμάτια κι Αποσπάσματα’, Φαγώνει το μέσα της στο Μέσα/ τους ήχους να σταματήσει/ απ’ τη ροή της σκέψης’.

·        επιμένει να καπνίζει –κι ας μην υπάρχει– ‘Άσο σκέτο’, με ‘τον έρωτα γιλέκο κουμπωμένο./ Το ρολόι στο πλάι να κρέμεται,/ σαΐτα στο θηκάρι./ κι εκείνη Άφυλη να γλείφει τη θάλασσα’.

·        δίνει κατεύθυνση (εσωτερική;) με μιαν ‘Αλλαργινή Παρατήρηση’ και προστάζει ‘Πόνα τον έρωτα/ ώσπου να γίνει δέρμα/ Στο μέσα να χωθεί/ ως μέσα να χαθεί/ στους σπόρους τους μηδαμινούς/ στους δαίδαλους που πλέκω’.

·        μυρίζει την αγάπη. ‘Το άρωμά’ της. ‘Οσμές/ λεβάντας/ μαγειρευτού κοκκινιστού/ σώματος ζώντος & φέροντος/ Μυρίζει.. .η αγάπη’.

·        στέλνει ‘Μηνύματα χωρίς Παραλήπτη’, παρότι αναρωτιέται μήπως και... ληφθούν... ‘Υπάρχεις;/ Συγνώμη/ Σ’ αγαπώ/ Ακούς;’.

·        ψάχνει την άγρια αλήθεια μέσα σε ‘Ρημάτων αβεβαιότητες’. ‘Είπα.../ Το εννοούσα;/ Παρατατικός/ (διαρκείας φευ!)’.

·        φτιάχνει πλαγιότιτλους με κόκκινα γράμματα, προτείνοντας ‘Να καθήσουν οι λέξεις/ μια-μια/ για να βρεις πριν την τελεία/ -ίσως-/ την ήρεμη επίγνωση της μνήμης’.

·        βάζει χρονολογίες. ‘1985’ όπου ομολογεί, Σιωπηλές οι ματιές δε σε βρήκανε/ Κρατημένοι στη ζωή/ Σηκωθήκαμε’.

·        οξύνει τη μνήμη με τους Χρόνους να γδέρνουν’.

·        σχεδόν ειρωνεύεται το ενδεχόμενο... εκεί που ήδη έχω χαθεί στο όνειρο/ και ενδέχεται να με συναντήσεις’.

·        νιώθει στο φιλί στη ‘Χρόνου Παύση’, με τη μεθυστική διαπίστωση πως ‘Όταν φιλάς σταματά ο χρόνος’.

·        κάνει συσχετισμούς... ‘Μεταξύ του μόνος και του (ά)μονος/ Υπάρχει το πολύς’.

·        συναντά ‘Κόκκινους γίγαντες και άσπρους νάνους’ εκεί... ‘Στις εκρήξεις των διαστολών/ γέννηση, θάνατος και αναπλέοντας/ σε μια σιωπή γεμάτη ήχους άκοσμους’.

·        κι εκεί, στο ‘Βέλος του Χρόνου’ αναρωτιέται: Στο απέραντο/ πώς είναι δυνατόν/ να μη χωράμε...’.

·        έχει σκληρές επιθυμίες. Μανιάτικες. Να γίνω πέτρα/ να γίνω σώμα/ ρυτίδα και χαρακιά’.

·        γεύεται ‘Επιτάφιους’, όπου ‘Η περιφορά του κορμιού/ αρχίζει με το στόλισμα του άνθους’.

·        συνομιλεί με το ‘Λευκό Ξέσπασμα Αφρού’ τις ώρες που ‘Χαλίκια ησυχάζουν στο σχίνο/ Ξεκουράζουν και ξεκουράζονται/ αφήνοντας σιωπές’.

·        γίνεται ‘Κλέφτης Στιγμών’ και ακροβατεί μονολογώτας... ‘Σπρώχνουν πολλοί να χωρέσουν/ στη σελίδα/ ενός βιβλίου που δεν διαβάστηκε’.

·        φτιάχνει Οδηγό ζωής Κ.Ο.Κ., συνιστώντας, ‘Στην κλειστή αριστερή στροφή/ χαμήλωσε ταχύτητα’.

·        παρατηρεί τους ‘Ταξιδιώτες’, όταν ‘Ενας ένας ξεπεζεύουν οι γητευτές/ Υπόσχονται χίμαιρες ξανά/ πετώντας ψωμί και νέα’.

·        με σκωπτική διάθεση κοιτά το ‘Θέατρο Παραλόγου’... Αυτό που... ‘χωρίς θεατές είναι ανύπαρκτο’.

·        κάνει δοκιμή στίχων βάζοντας στα βαθιά νερά τ’ ουρανού/ να πετούνε μονάχα τ’ αστέρια’.

·        χορεύει ένα ‘Memory Blues’, συνειδητοποιώντας πως ... ‘Ο χρόνος που ορίσαμε/ εκδικείται/ στο πάγωμά του/ μετράμε την απώλεια/ και μεγαλώνουμε’.

·        κάνει ‘Σπονδή στη Μνήμη’, με διαπιστώσεις λεβεντιάς και ‘συγνώμες ως εκεί/ που χάσκουν τα περιβόλια’.

·        προστάζει ‘Φίλα το φύλο’, παίζοντας με τα γράμματα και την ορθογραφία, σχεδόν εκλιπαρώντας σε διάλογο ‘Μίλα μου στις σπηλιές/ των καμπύλων της θηλυκότητας’.

·        κι ύστερα ρωτά τον Έρωτα, Νιώθεις καλά;/ Στον κόσμο του άλλου άλλος’.

·        συμβιβάζεται με την κηλίδα Στις πτυχές της comme il faut φούστας’.

·        γίνεται ‘Παρατηρητής’ κρύβοντας Το πρώτο ενικό στις μυρωδιές του γιασεμιού κι αφήνοντας το... δεύτερο να περιμένει...’.

·        κάνει ‘Διάλογο Δακρύων’, κάνοντας δώρο στον ποταμό. Αφήνω την αλμύρα των δακρύων μου/ στα ρέοντα νερά σου’.

·        ανασαίνει. Σε μια Ελλάδα που αντιστέκεται/ Μια Ελλάδα που υποκύπτει’.

·        μπαίνει στο ‘Καρνάγιο’ και δίνει προσταγές... ‘Ουρανοί ανοίξτε’.

·        μετρά τον κόσμο, ‘Μια σπιθαμή γης’, διαπιστώνοντας πως ‘Τείχη δεν έχουν οι πατρίδες/ όταν λαοί το μερτικό τους το ορίζουν’.

·        καταγράφει τη ‘Μοναξιά του Φύλλου’, ενώ ‘έρπεται στο μεσοδιάστημα του ημιτονίου’.

·        αφιερώνει το ‘Duende’ στον Σ. Έχοντας πια μάθει πως ‘Οι τρελοί δημιουργούν/ βογγώντας στον στίχο/ κάνοντάς τον τραγούδι’.

·        ακούει ‘Το τραγούδι του κότσυφα’, αναμετρώμενη με την ανθρώπινη υπόσταση, καθώς προνόησαν και σε γαλούχησαν/ στην εκ γενετής αφαίρεση του πλευρού/ και στην εκροή του πλανώμενου ωαρίου/ προς εύρεση γενναιόδωρου σπερματοδότη’.

·        παραμένει πιστή μονάχα στην αμφισβήτηση, ακούγοντας μια ‘Επιστροφή’ και ‘φοβισμένη μονάχα στο λάθος της αφοβίας’.

·        παροτρύνει εαυτόν ‘Να προχωράς’ και συνεχίζει Χωρίς τελείες’.

·        προσφέρει σπονδή στην ‘Ελευθερία’, αναλογιζόμενη ‘Πόσο μικρό είναι το πάτημα της γης/ Πόσο μεγάλο είναι το πέταγμα του σύγνεφου’.

·        κι ύστερα, ύστερα ευτυχώς ‘Ρουφά τον Ορίζοντα’ εκείνες τις ώρες που ‘δαμάσκηνο σκιάζει τις στρώσεις/ όταν η νύχτα κερδίζει τη μέρα’.

 

Και να, κατάλαβες τώρα πως ετούτη η ποίηση μέρα νύχτα μπήκε στην ψυχή μου;