Αρχική
εγγραφή NewsLetter | χορηγία
Πρώτη ΣελίδαΑποτύπωμαΦιλικές ΙστοσελίδεςΕπικοινωνία

ΤΖΟΥΛΗ ΣΟΥΜΑ: Η Μήδεια που λατρέψαμε το μίσος της!

 

Το μίσος που γεννά μια ερωτική προδοσία (μπορεί να) είναι άραγε πιο ισχυρό από την αγάπη μιας μάνας; Το πάθος, πιο δυνατό απ’ το αίμα; Ή μήπως η ‘τιμή’, η αξιοπρέπεια, μα κι η αποκατάσταση μιας αδιανόητης προσβολής, όπως αυτή που ζυγίζει το συμφέρον με το συναίσθημα και γέρνει στο πρώτο, ή έναν έρωτα μ’ έναν άλλον, πιο φρέσκο και κλίνει στον δεύτερο, χωρούν εν τέλει πάνω από οτιδήποτε άλλο;

Παρακολουθώντας τη συγκλονιστική «Μήδεια» στον ιδανικό και πλέον κατάλληλο χώρο του «Μπάγκειον», με την Τζούλη Σούμα στον ομώνυμο ρόλο και όλους τους συντελεστές να σε κρατούν μουδιασμένο και καθηλωμένο, θέλοντας ώρα να συνέλθεις μετά την παράσταση, συνειδητοποιείς τη διττότητα της ανθρώπινης φύσης, τα πολλαπλά πρόσωπα της εκδίκησης, αλλά και την ανελέητη γύμνια μιας ψυχής μπροστά στην εγκατάλειψη. Ποιος θάνατος είναι πιο θαρραλέος; Αυτός στη φωτιά του πολέμου ή εκείνος που οι προσταγές του κορμιού γίνονται στάχτη, ηττημένες στον πόλεμο του έρωτα;

 

«Π ο ν ά ω». Η φωνή της Τζούλης Σούμα σκίζει τα ‘σωθικά’ του κτιρίου. Είναι τέτοια η ένταση κι απόλυτος ο σπαραγμός της, που λες πως κι οι ρημαγμένοι τοίχοι του «Μπάγκειον» με την άψογη αρχιτεκτονική, παραδομένοι στο χρόνο, δεν λεηλατήθηκαν ακριβώς από αυτόν, μα είναι ο άφατος θρήνος και ο σπαραγμός, ο δικός της ως Μήδεια, που κάνει τις στρώσεις τους να ‘ξεφλουδίζουν’ ακριβώς τούτη η στιγμή, συμπάσχοντας και κουβαλώντας τον τρόμο. Όπως ξεφλουδίζουν όλες οι στρώσεις-φλούδες μιας ψυχής μπροστά στον απόλυτο πόνο μιας μάνας που έχασε τα παιδιά της. Έχασε; Παραπλανά η λέξη. Τα οδήγησε η ίδια στο θάνατο. Τον σχεδίασε. Τον ενορχήστρωσε. Ξεκλήρισε τα σπλάχνα της. Και έφερε το κατ’ εκείνη ‘άγιο’ έργο της εις πέρας με περισσή ψυχραιμία, από την ώρα που… νεκρή πρώτα αυτή και στραγγισμένη από συναισθήματα, αποχωρίστηκε κάθε ζωντανό της κομμάτι.

Πόσοι θάνατοι συντελέστηκαν εδώ; Άλλοι καταμετρημένοι. Κι άλλοι ακαταμέτρητοι.

Είδαμε και χειροκροτήσαμε με την καρδιά μας μια απίστευτη Τζούλη Σούμα-Μήδεια στον ιστορικό χώρο του «Μπάγκειον», σε μια παράσταση εξαιρετικής σκηνοθεσίας και ισορροπιών του Δημήτρη Γεωργαλά και μετάφραση κειμένου του Γιώργου Χειμωνά.

Μια παράσταση που η ταπείνωση, το πάθος και η τιμή ‘ορκίστηκαν να πάρουν εκδίκηση’ και το έκαναν με τον ‘καλύτερο τρόπο’, τον πιο σατανικό, αυτόν που μόνο ο νους μιας προδομένης γυναίκας θα μπορούσε να μηχανευτεί, τυφλωμένης πιότερο κι απ’ τον Πολύφημο, κι ακόμα πιο πανούργας κι απ’ τον Οδυσσέα. Μόνο που αυτή η γυναίκα, ερωμένη και μάνα, πρώτα το ένα κι ύστερα το άλλο και μετά αντίστροφα, σε μια διαρκή αντιπαλότητα και συναγωνισμό των δύο για την πρωτιά, αντί να βγει από τη σπηλιά του Κύκλωπα, καταδύεται εδώ στα βάθη του εαυτού και της ύπαρξης. Σκίζει, την σκίζουν, ξεσκίζεται.

Παρακολουθήσαμε μια παράσταση που η ενέργεια του φωτός απορροφά πόντο πόντο, σπιθαμή με σπιθαμή, ανάσα με ανάσα, από το απόλυτο σκοτάδι της εκδίκησης κι ύστερα το ακόμα πιο μαύρο, αυτό του θανάτου. Είδαμε μια ηρωίδα θηρίο ανήμερο, να προσπαθεί να δαμάσει τις αντιφάσεις της, αποσκοπώντας όχι στην ίαση, ούτε προς αποκατάσταση μιας υγιούς συμπεριφοράς και αντίδρασης, αλλά προς αποκατάσταση της τάξης και της δικαιοσύνης, με τον τρόπο που εκείνη θεωρεί ‘αποκατάσταση’ και ‘δικαιοσύνη’. Την ακολουθήσαμε σε όλες τις υπόγειες διαδρομές της, χωρίς πρόσωπο, με προσωπεία, γυμνή. Μας ήθελε μαζί σε κάθε της κίνηση, σε κάθε της σκέψη και φαντασίωση, στον οραματισμό των εγκλημάτων της, εγωιστικά μας έχρισε συνενόχους και το αποδεχτήκαμε αδιαμαρτύρητα. Τόση ήταν η δύναμή της κι η ένταση των συναισθημάτων της. Κι ενώ κάποιες στιγμές λες κι ένα αόρατο χέρι έκλεινε το διακόπτη της ροής του χρόνου με κείνον νεκρό, με όλα τα ρολόγια σταματημένα και μες στην απόλυτη σιωπή, σιωπή ετοιμοθάνατη, σιωπή προμελετημένου θανάτου, νιώθαμε την άλλη ροή, αυτή της ενέργειας να περιχύνεται στην ατμόσφαιρα, να μας αγγίζει, να μας ακουμπά και τέλος να μας κάνει ένα και να μας λούζει όλους μαζί με ένα μίσος-ωδή και θυσία στον απόλυτο σπαραγμό της αγάπης. Με την Τζούλη Σούμα να διαχειρίζεται απόλυτα ζυγιασμένα τη διχογνωμία εντός, όπως και τη διασάλευση. Μόνο μια μάνα-γυναίκα τρελή –τρελή εδώ από μίσος, το μίσος του αποψιλωμένου έρωτα– μπορεί να σκαρφιστεί έναν τέτοιο ‘Δούρειο Ίππο’ όπως η ηρωίδα της, αφαιρώντας τη ζωή από τα ατιμασμένα και ντροπιασμένα όπως άλλωστε κι εκείνη καμάρια της (που δεν άντεχε να τα δει να ντροπιάζονται κι άλλο), μα και τιμωρώντας τους υπαίτιους των συμφορών, μ’ έναν τρόπο που μοιάζει –κάθε άλλο παρά τυχαία– με τον τρόπο που το δηλητήριο της προδοσίας πότισε την ίδια, θυμίζοντας τον χιτώνα του Νέσσου που τόσο φριχτό θάνατο επεφύλασσε στον Ηρακλή.

Η ‘Μήδεια’-Τζούλη Σούμα στο «Μπάγκειον», που αξίζει να παιχτεί ξανά και ξανά και να τη δουν όσοι δεν πρόλαβαν ή δεν τα κατάφεραν, από την αρχή μέχρι το τέλος της παράστασης κυοφορεί. Κυοφορεί το μίσος για τον άντρα που τη διέγραψε ως γυναίκα. Και την ατίμασε. Με κορυφαίες στιγμές εκείνες όταν οι ωδίνες του τοκετού γίνονται ακόμα πιο επώδυνες, η ‘γέννα πλησιάζει και τα υγρά σπάνε’ μπροστά στα μάτια του θεατή, με το αμνιακό υγρό που προστάτευε την εκδίκηση και τον παραφουσκωμένο θυμό να ξεχύνεται, λάβα που κατακαίει τα πάντα στο πέρασμά του. Και να ’ναι εδώ μια γέννα, μια συγκλονιστική γέννα που φέρνει το θάνατο.

Εντυπωσιακή στη σύνθεση των στοιχείων του ρόλου της ως τροφός η Κυριακή Καραλουκά, με κίνηση που έφερνε στο νου συχνά το ‘Χορό των περιστρεφόμενων δερβίσηδων’, συμπάσχουσα με πλήρη κατανόηση και τρυφεράδα στον ‘εντός χορό’ της ηρωίδας.

Μοιρασμένος ιδανικά στο αντιφατικό πρόσωπο και τη ‘διπλή ταυτότητα’ της εξουσίας ο Νίκος Δερτιλής, Κρέοντας και Αιγέας, αγγελιοφόρος που σε αιχμαλωτίζει από την πρώτη του κίνηση και πριν καν μιλήσει ο Σταύρος Γιαννακόπουλος, λες και στοιβάζει τις συμφορές που αναγγέλλει στο ‘γυάλινο ποτήρι’ της είδησης που όταν ανακοινώνεται γίνεται θρύψαλα, όπως οι ψυχές των άμεσα ενδιαφερομένων, απόλυτος, κυνικός και σκληρός ο Γιώργος Σταυριανός ως Ιάσονας, αδίστακτος και επηρμένος, καχύποπτος αλλά εν τέλει  γραφικά και προκλητικά αφελής μπροστά στη γυναικεία πονηριά της Μήδειας που θα τον εξοντώσει ολοσχερώς, μετατρέποντας τον αλώβητο ως τον πιο λαβωμένο της ιστορίας.

Ελάχιστες παραστάσεις έχουν αυτή τη δύναμη όπως η «Μήδεια», με το καστ σε ‘άψογη συνήχηση’ και την ηρωίδα να αποδίδει με ευθύνη και εξαιρετική εκφραστική δεινότητα όλα τα αντιφατικά και αντικρουόμενα συναισθήματά της, τον πάγο αλλά και το ‘κάρβουνο’ στον εσωτερικό κόσμο της μάνας-γυναίκας, με το κοινό να αντιλαμβάνεται το τι συμβαίνει και συντελείται εντός, σε κάθε στάδιο αυτής της μεταβατικής διαδικασίας, από την πρώτη σκέψη-επιθυμία στην υλοποίηση του σχεδίου της, μεταδίδοντας και μεταβιβάζοντάς σου τις λεπτές αποχρώσεις των συναισθημάτων της, όλα τα θραύσματα της καιόμενης ψυχής της, δίνοντάς σου την αίσθηση πως ακούς και βιώνεις ως και τον ήχο της παραμικρής σπίθας, καθώς αυτή τριζοβολά πάνω στα ξύλα του μίσους. Με κινήσεις υποβλητικές, αλληγορικές και με μια χροιά ενίοτε μεταφυσική, με τη μουσική του Πλάτωνα Ανδριτσάκη με άρωμα Ανατολής και το μυστηριώδες ηχόχρωμα που τη διακρίνει να τονίζει τα δηλωμένα και ταυτόχρονα να γίνεται ακουστικό ‘χαλί’ και υπόστρωμα για τα μελλούμενα, τις αέρινες, βαθιά εσωτερικές χορογραφίες της Φαίδρας Σούτου και τα περίτεχνα μα όχι πομπώδη κοστούμια του Δημήτρη Ντάσιου, η ομάδα που συμμετέχει στη «Μήδεια» με επικεφαλής την Τζούλη Σούμα, καθηλωτική σε έναν ρόλο αλλεπάλληλων ρήξεων και μεταπτώσεων, που κάποιες στιγμές δίνει την αίσθηση μιας μορφής εξαϋλωμένης από τον πόνο και απομακρυσμένης από τα επίγεια, απογείωσαν τη θεατρική πράξη, δίνοντας εκ νέου τον ορισμό του θεάτρου και αφήνοντας τον θεατή εκστασιασμένο και με την εύλογη απορία: Πώς είναι δυνατόν μια τόσο ‘σκοτεινή’ παράσταση να εκπέμπει τόσο φως;…